Η προμήθεια επί του ΦΠΑ και οι δυνητικές επιπτώσεις για τον ξενοδοχειακό κλάδο υπό το πρίσμα του δικαίου ανταγωνισμού
Της Αικατερίνης Πρωτοπαπά (*)
Η επιβολή προμήθειας επί του ποσού του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) αποτελεί ένα ζήτημα που επηρεάζει σημαντικά την καθαρή κερδοφορία των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Αν και δεν έχει απασχολήσει συστηματικά τη δημόσια συζήτηση, η πρακτική αυτή εγείρει ουσιώδη ερωτήματα σε επίπεδο εφαρμοσμένης φορολογίας, ανταγωνισμού και συμβατικών σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων φιλοξενίας και ψηφιακών πλατφορμών.
Το πλαίσιο της συνεργασίας και η βάση υπολογισμού της προμήθειας
Οι προμήθειες των OTA (Online Travel Agencies) αποτελούν σταθερό συντελεστή του λειτουργικού κόστους για τη μεγάλη πλειονότητα των ελληνικών ξενοδοχείων. Ειδικά στην περίπτωση της Booking.com, η προμήθεια κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 10% και 25%, με μέσο όρο περί το 15%, ενώ δύναται να αυξηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο ειδικών εμπορικών συμφωνιών ορατότητας ή loyalty προγραμμάτων. Ωστόσο, στο επίκεντρο βρίσκεται το ερώτημα: επί ποίου ποσού εφαρμόζεται η προμήθεια;
Η συνήθης πρακτική υπολογίζει την προμήθεια επί του συνολικού ποσού της κράτησης, δηλαδή περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι η πλατφόρμα εισπράττει αμοιβή και επί του ποσού του φόρου, χωρίς να παρέχει υπηρεσία επί αυτού, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τη συμβατότητα της πρακτικής με την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας.
Εφαρμογή στην πράξη: Παράδειγμα κόστους
Ενδεικτικά, για κράτηση συνολικού ποσού 113 ευρώ (100 ευρώ καθαρή τιμή και 13 ευρώ ΦΠΑ), μια προμήθεια 15% υπολογισμένη επί της καθαρής τιμής ανέρχεται σε 15 ευρώ. Αν όμως η προμήθεια εφαρμοστεί επί του μικτού ποσού, ανέρχεται σε 16,95 ευρώ, διαφορά ύψους 1,95 ευρώ. Σε ευρύτερο χρονικό και λογιστικό ορίζοντα, η πρόσθετη αυτή επιβάρυνση αποκτά πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα, επηρεάζοντας τη στρατηγική τιμολόγησης και τις επενδυτικές δυνατότητες της επιχείρησης.
Νομικές πτυχές και η ευρωπαϊκή αρχή της ουδετερότητας του ΦΠΑ
Η πρακτική εφαρμογής της προμήθειας επί του ποσού του ΦΠΑ βρίσκεται σε νομικά “γκρίζα” ζώνη, καθώς η ευρωπαϊκή νομολογία θεωρεί τον ΦΠΑ ποσό το οποίο δεν αποτελεί εισόδημα του φορολογούμενου, αλλά απόδοση προς το Δημόσιο. Το ΔΕΕ (Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης), με βάση την Οδηγία 2006/112/ΕΚ, επιβεβαιώνει ότι ο ΦΠΑ πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ποσό εκτός της εμπορικής συναλλαγής μεταξύ των μερών.
Ανοικτό πεδίο για νομική διερεύνηση: η διάκριση από τις ρήτρες ισοτιμίας
Την ίδια περίοδο, ο ευρωπαϊκός ξενοδοχειακός κλάδος βρίσκεται σε εξέλιξη μιας μεγάλης συλλογικής πρωτοβουλίας. Η HOTREC, σε συνεργασία με περισσότερες από 30 εθνικές ενώσεις ξενοδοχείων, στηρίζει συλλογική αγωγή κατά της Booking.com για τις ρήτρες ισοτιμίας τιμών. Πάνω από 10.000 ξενοδοχεία έχουν ήδη εγγραφεί μέσω της πλατφόρμας mybookingclaim.com, ενώ οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πιθανή αποζημίωση που θα μπορούσε να φτάσει έως και το 30% των προμηθειών μιας εικοσαετίας, ανάλογα με τα πραγματικά δεδομένα κάθε μονάδας.(My Booking Claim)
Η πρωτοβουλία αυτή ερείδεται στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-264/23, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ρήτρες ισοτιμίας της Booking.com – τόσο οι “ευρείες” όσο και οι “στενές” – δεν μπορούν να θεωρηθούν παρεπόμενοι περιορισμοί (ancillary restraints) και ενδέχεται να περιορίζουν τον ανταγωνισμό, ανοίγοντας τον δρόμο για εθνικά δικαστήρια να κρίνουν τη νομιμότητά τους.(Eur-Lex)
Πρέπει όμως να γίνει σαφής διάκριση: η συλλογική αγωγή HOTREC αφορά την ύπαρξη και τα αποτελέσματα των ρητρών ισοτιμίας. Δεν ασχολείται ειδικά με το πώς υπολογίστηκαν οι προμήθειες σε σχέση με τον ΦΠΑ. Ένας ξενοδόχος που συμμετέχει στην πρωτοβουλία διεκδικεί αποζημίωση για τεχνητά αυξημένες προμήθειες λόγω περιορισμού της ελευθερίας τιμολόγησης, όχι για την ενδεχόμενη επιβάρυνση από προμήθεια επί του φόρου.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν το HOTREC claim οδηγήσει σε σημαντικές αποζημιώσεις, το ειδικό ζήτημα της προμήθειας επί ΦΠΑ παραμένει, προς το παρόν, ένα διακριτό και ανοιχτό πεδίο.
Η απόφαση Wikingerhof: προοπτική προσφυγής σε εθνικά δικαστήρια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση Wikingerhof (C-59/19), όπου κρίθηκε ότι αγωγή σχετική με κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης δύναται να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων, ακόμη και εάν η σύμβαση προβλέπει αλλοδαπή δωσιδικία. Η απόφαση αυτή ενισχύει τη δυνατότητα των ελληνικών ξενοδοχείων να εξετάσουν το ενδεχόμενο νομικών ενεργειών στη χώρα τους, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Από την υποψία στην απόδειξη: ο ρόλος της τεχνικής ανάλυσης
Καθοριστικό βήμα για κάθε ενδεχόμενη διεκδίκηση αποτελεί η τεκμηρίωση του ύψους της επιβάρυνσης. Η χρήση OCR, structured data extraction και hash-based auditing επιτρέπει πλέον την αυτοματοποιημένη επεξεργασία extraits, ώστε να απομονωθεί με ακρίβεια το ποσοστό προμήθειας που επιβάλλεται επί του ΦΠΑ. Με τον τρόπο αυτό, η ανάλυση από “αίσθηση” μετατρέπεται σε αριθμητική τεκμηρίωση, απαραίτητη για κάθε νομική στρατηγική ή επαναδιαπραγμάτευση συμβατικών όρων.
Επόμενα βήματα: αποτύπωση και αξιολόγηση του κόστους
Εκτός των δικαστικών πρωτοβουλιών, το πρώτο βήμα για κάθε ξενοδοχειακή επιχείρηση είναι η σαφής αποτύπωση του ιστορικού των κρατήσεων. Κεντρικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν τεκμηριωμένα περιλαμβάνουν:
- Ποιο είναι το συνολικό ποσό προμηθειών που καταβλήθηκε;
- Ποιο μέρος αυτών αντιστοιχεί σε προμήθεια επί του ΦΠΑ;
- Ποια θα ήταν η μείωση, εάν ο ΦΠΑ εξαιρούνταν από τη βάση υπολογισμού;
Η απόκτηση αυτής της εικόνας αποτελεί τη βάση για κάθε περαιτέρω αξιολόγηση – είτε σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, είτε στο πλαίσιο οργανωμένων νομικών ενεργειών.
Συμπέρασμα
Η συζήτηση για το ζήτημα της προμήθειας επί ΦΠΑ τοποθετείται σε ένα διττό πεδίο: αφενός ως θέμα τεχνικής φορολογικής φύσεως, αφετέρου ως ζήτημα πιθανής κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης από ψηφιακές πλατφόρμες. Αν και η ευρωπαϊκή νομολογία ακόμη δεν έχει αποφανθεί ευθέως για την πρακτική αυτή, οι νομικές εξελίξεις των τελευταίων ετών δημιουργούν έδαφος για διεκδικήσεις. Για τους επαγγελματίες του ξενοδοχειακού κλάδου, η αφετηρία είναι σαφής: η αποτύπωση και ανάλυση του πραγματικού κόστους που ενδεχομένως έχει περάσει απαρατήρητο – και που σε βάθος χρόνου, μπορεί να διαμορφώνει καθοριστικά τη βιωσιμότητα και τη στρατηγική της επιχείρησης.
(*) Η κα. Αικατερίνη Πρωτοπαπά, είναι δικηγόρος ειδικευμένη στο δίκαιο ανταγωνισμού και πλατφορμών στον ξενοδοχειακό κλάδο
money-tourism.gr
























