«Καλπάζουν» οι τιμές των οικοδομικών υλικών, αυξάνοντας το κόστος ανακαινίσεων και νέων κτιρίων, δημιουργώντας νέους «πονοκεφάλους» στους επαγγελματίες του κλάδου. Η αγορά ακινήτων και η οικοδομική δραστηριότητα, που τα τελευταία έτη έχουν σημειώσει σημαντική ανάκαμψη, βλέπουν την αύξηση των τιμών στα βασικά υλικά της οικοδομής ως σημαντική απειλή στην περαιτέρω ανάπτυξη.
Το κόστος κατασκευής έχει εκτιναχθεί από τους τελευταίους μήνες του 2021 και σύμφωνα με τους ειδικούς η αύξηση, που κατά περίπτωση ξεπερνά το 42%, μπορεί να αποτελέσει τη χαριστική βολή και πολλά έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη να «παγώσουν».
Σοκ…
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., η αύξηση στα οικοδομικά υλικά τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 7,3%, καθώς ανατιμήσεις καταγράφηκαν σε όλες τις υποκατηγορίες. Τα μεγάλα «αγκάθια» είναι η ηλεκτρική ενέργεια και τα καύσιμα, που αυξήθηκαν 56,7% και 26,3% αντιστοίχως, ενώ ακολουθούν τα βασικά υλικά οικοδομής, όπως ο σίδηρος οπλισμού, που η τιμή του αυξήθηκε κατά 17,4%, και οι αγωγοί χαλκού, που ανατιμήθηκαν κατά 14,3%. Ακόμα και για υλικά ευρείας χρήσης και υψηλής διαθεσιμότητας, όπως τα τούβλα και τα κουφώματα αλουμινίου, είδαμε την τιμή τους να αυξάνεται κατά 10,4% και 4,7% αντίστοιχα.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Υλικών Κατασκευής Νέων Κτιρίων Κατοικιών, τον Ιανουάριο 2022, σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2021, παρουσίασε αύξηση 7,3%, έναντι αύξησης 0,3% που σημειώθηκε κατά τη σύγκριση των αντίστοιχων δεικτών του 2021 με το 2020.
Η εικόνα που συνθέτουν τα στοιχεία είναι της συνεχούς ανόδου, με αύξηση του ρυθμού των ανατιμήσεων. Σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2021, τον Ιανουάριο αυξήθηκε κατά 0,8%, έναντι αύξησης 0,7% που σημειώθηκε κατά τη σύγκριση των αντίστοιχων μηνών των ετών 2021 και 2020. Ο μέσος δείκτης του δωδεκαμήνου Φεβρουαρίου 2021 – Ιανουαρίου 2022 παρουσίασε αύξηση 4,3% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του δωδεκαμήνου Φεβρουαρίου 2020 – Ιανουαρίου 2021, έναντι μείωσης 0,3% που σημειώθηκε κατά τη σύγκριση των αντίστοιχων προηγούμενων δωδεκαμήνων.

Ειδικότερα με το σύστημα των αυξημένων ποσοστών αναπλήρωσης των κύριων ανταποδοτικών συντάξεων προβλέπεται αύξηση στην σύνταξη ως 254 ευρώ το μήνα για όσους συνεχίσουν να εργάζονται μετά την 35ετία.
Έτσι καθίσταται συμφέρουσα η παραμονή στην εργασία κυρίως μετά τα 35 συντάξιμα, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα και δεν επηρεάζεται από τις αλλαγές του 2022.
Έτσι δεν χρειάζεται κάποιος να σπεύσει να συνταξιοδοτηθεί καθώς τον συμφέρει περισσότερο μα παραμείνει στην εργασία κυρίως αν είναι ασφαλισμένος με περισσότερο από 35 έτη.
Εξάλλου όπως ανέφερε ο υφυπουργός Εργασίας Πάνος Τσακλόγλου «αν βιαστεί κάποιος να πάει για σύνταξη τώρα, θα πάρει αρκετά χαμηλότερη σύνταξη, από αυτή που θα έπαιρνε εάν έμενε στην εργασία του μερικά χρόνια παραπάνω».
Σημειώνοντας ότι «με το νόμο Βρούτση, όσοι έχουνε ένσημα πάνω από 30 έτη και κυρίως πάνω από 35, θα έχουν πάρα πολύ καλούς συντελεστές αναπλήρωσης», ενώ για τους φόβους που εκφράζονται περί αλλαγών στα όρια ηλικίας και με αφορμή δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για κατακόρυφη αύξηση κατάθεσης αιτήσεων συνταξιοδότησης κατά το χρονικό διάστημα Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2021, διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή στα όρια ηλικίας που είχαν τεθεί από τον νόμο Κατρούγκαλου και αυτά θα τηρηθούν απαρέγκλιτα.
Επισημαίνεται πάντως ότι οι πλέον κερδισμένοι του νέου συστήματος, συγκριτικά με τον νόμο Κατρούγκαλου, είναι όσοι αποχωρούν με 40ετία ασφάλισης και πληρωμένων εισφορών.
Στα 40 χρόνια κορυφώνονται τα «κέρδη» συγκριτικά με τους σημερινούς συντελεστές. Οσο περισσότερα χρόνια εξασφαλίζει κανείς μέσα στη δεκαετία 30,1-40 έτη ασφάλισης τόσο μεγαλύτερη σύνταξη θα λάβει.
Πιο σημαντικό είναι το όφελος στην πενταετία 35-40 έτη ασφάλισης. Για 3.500 ευρώ συντάξιμες αποδοχές, η αύξηση για την 40ετία φτάνει στα 252 ευρώ σε σύγκριση με τα σημερινά ποσοστά. Αντίστοιχα για 1.000 ευρώ συντάξιμες αποδοχές, η αύξηση φτάνει στα 72 ευρώ, σε σύγκριση με τα σημερινά ποσοστά.
Στην 35ετία η αύξηση για 1.000 ευρώ συντάξιμες αποδοχές φτάνει στα 35 ευρώ, ενώ για 3.500 ευρώ συντάξιμες αποδοχές ανεβαίνει στα 123 ευρώ.
Υπενθυμίζεται πως οι συντάξιμες αποδοχές είναι η βάση υπολογισμού της σύνταξης, δηλαδή ο μισθός ή το εισόδημα επί του οποίου υπολογίζονται οι εισφορές στο διάστημα του εργασιακού βίου.
Αύξηση συντάξεων
Οπως ορίζεται με τομ νόμο Βρούτση από:
1-1-2023 οι αυξήσεις στις συντάξεις θα είναι σε ποσοστό 50% κατά τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (τιμάριθμος). Αυτό σημαίνει για παράδειγμα ότι αν το ΑΕΠ αυξηθεί 4% και ο ΔΤΚ αυξηθεί 2,5%, τότε η αύξηση στις συντάξεις θα είναι γύρω στο 3%-3,2%.
Ειδικότερα, προβλέπεται (Νόμος 4670/2020) ότι «το συνολικό ποσό της σύνταξης αυξάνεται από την 1-1-2023 κατ’ έτος, με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων με βάση συντελεστή που προκύπτει από το άθροισμα του ετήσιου ποσοστού μεταβολής του ΑΕΠ συν το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους, διαιρούμενου διά του δύο (2) και δεν υπερβαίνει το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή».
Αυτό σημαίνει ότι από 1-1-2023 ξεπαγώνει η αναπροσαρμογή των συντάξεων η οποία είχε ανασταλεί με νόμο του 2017 που υπέγραψε κατόπιν πιέσεων της τρόικας η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επεκτείνοντας το πάγωμα των συντάξεων για ένα ακόμη έτος, ήτοι και για το 2022, ενώ είχε αποδεχτεί αρχικά πάγωμα ως και το 2021.
Αν δεν υπήρχε η απόφαση αυτή, οι συντάξεις θα είχαν αυξήσεις από 1-1-2022. Με την παράταση οι αυξήσεις θα έρθουν το 2023, εκτός φυσικά εάν τα δημοσιονομικά δεδομένα το επιτρέψουν.
Τα νοικοκυριά αναμένουν περαιτέρω μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους και το λιανεμπόριο υποχώρηση της ζήτησης.
Αυτό είναι το σκηνικό που διαμορφώνεται στην αγορά και που ήδη μια πρόγευση δόθηκε από τα τέλη Νοεμβρίου, αλλά και κατά την περίοδο των Χριστουγέννων όπου η αγοραστική κίνηση ήταν χαμηλότερη των προσδοκιών τόσο στο λιανεμπόριο τροφίμων όσο και στο υπόλοιπο λιανεμπόριο. Πέραν των ανατιμήσεων σε ηλεκτρικό ρεύμα και πληθώρα άλλων προϊόντων και υπηρεσιών, τη σκιά της στην αγορά ρίχνει βαριά και η πανδημία, καθώς η μετάλλαξη «Ομικρον», λόγω κυρίως της μεγάλης της διασποράς, έχει περιορίσει σημαντικά την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Τον Δεκέμβριο εκτιμάται ότι ο πληθωρισμός έκλεισε σε επίπεδα άνω του 5% (σ.σ. ανακοινώνεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή την ερχόμενη Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου), από 4,8% τον Νοέμβριο, ενώ όλες οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για συνέχιση των πληθωριστικών πιέσεων τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του πρώτου εξαμήνου 2022. Στην τελευταία ενδιάμεση έκθεσή της για τη νομισματική πολιτική η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι «οι πρόσφατες αυξήσεις των τιμών αναμένεται να μετακυλιστούν στους καταναλωτές σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός έτους», ενώ εκτιμά ότι «οι αυξήσεις των τιμών ενδεχομένως θα είναι σχετικά μεγάλες, καθώς τα τελευταία χρόνια το μέσο μέγεθος μεταβολής των τιμών είναι σημαντικά υψηλότερο».
Οι ανατιμήσεις που φέρνει το νέο έτος αφορούν σειρά βασικών ειδών σούπερ μάρκετ, ενώ σε κάποια από αυτά είχαν γίνει ήδη ανατιμήσεις τους προηγούμενους μήνες. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η «Κ», από τους τιμοκαταλόγους που έχουν στείλει οι προμηθευτές στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ αναμένονται ανατιμήσεις στις ακόλουθες κατηγορίες προϊόντων: άλευρα, τυροκομικά, αλλαντικά, βούτυρα-μαργαρίνες, γαλακτοκομικά, δημητριακά, ζυμαρικά, καφές, ζάχαρη, ελαιόλαδο, ροφήματα και σιρόπια για ροφήματα, σοκολατοειδή-γκοφρέτες, είδη ζαχαροπλαστικής, τοματικά-κονσέρβες, αρτοσκευάσματα-φρυγανιές-τρίμμα φρυγανιάς-παξιμάδια, αυγά, βελτιωτικά γεύσης (ξίδι – αρτύματα λεμονιού), κατεψυγμένα αλιεύματα, κατεψυγμένες ζύμες, κατεψυγμένα λαχανικά, κατεψυγμένες πατάτες, σακούλες απορριμμάτων, χαρτί υγείας-χαρτί κουζίνας-χαρτοπετσέτες και απορρυπαντικά.
Οι ανατιμήσεις στα προϊόντα αυτά αναμένεται να περάσουν σταδιακά στην κατανάλωση έως τα μέσα Ιανουαρίου. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις πρόκειται για αυξήσεις σε διψήφιο ποσοστό, ενώ υπάρχουν κατηγορίες στις οποίες έχουν γίνει και τους προηγούμενους μήνες άλλες ανατιμήσεις και συγκεκριμένα στο ελαιόλαδο, στον καφέ, στα άλευρα, στα ζυμαρικά, στα γαλακτοκομικά, στα τυροκομικά, στα απορρυπαντικά.
Οι νέοι τιμοκατάλογοι προμηθευτών σούπερ μάρκετ περιλαμβάνουν ακόμη και διψήφιες ανατιμήσεις σε τιμές βασικών ειδών.
Η αποκλιμάκωση των τιμών κάθε άλλο παρά ορατή είναι, δεδομένου ότι η ρευστότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την αγορά του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου, με συνέπεια ακόμη και όταν καταγράφονται κάποιες μειώσεις στις τιμές τους, αυτές να μην έχουν διάρκεια. Την ίδια ώρα σε υψηλά επίπεδα παραμένουν οι τιμές σε σειρά πρώτων υλών, όπως του αλουμινίου (44% πάνω σε σύγκριση με τις αρχές Ιανουαρίου 2021), του κασσίτερου (86,55% πάνω), του κοβαλτίου το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στις μπαταρίες (93% πάνω). Σε υψηλά επίπεδα παραμένουν επίσης οι τιμές των πρώτων υλών φυτικής και ζωικής παραγωγής, όπως της σόγιας, του καφέ, του βάμβακος, της ξυλείας, κάτι που σημαίνει ότι για πολύ καιρό ακόμη τα νέα συμβόλαια για προμήθειες σε πρώτες ύλες που θα κλείνουν οι μεταποιητικές μονάδες θα είναι σε τιμές πολύ υψηλότερες από αυτές των παλαιών συμβολαίων, με το αυξημένο κόστος να μετακυλίεται –αν όχι όλο, σημαντικό μέρος του– στις τιμές καταναλωτή.
Ενδεικτικά της έντασης των αυξήσεων στις τιμές των βασικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής, προϊόντων που αποτελούν τις πλέον σημαντικές πρώτες ύλες για την παγκόσμια βιομηχανία τροφίμων, είναι τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO). Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO σημείωσε το 2021 ρεκόρ δεκαετίας, καθώς διαμορφώθηκε σε ετήσια βάση στις 125,7 μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011 όταν είχε διαμορφωθεί στις 131,9 μονάδες. Ο εν λόγω δείκτης στη διάρκεια της περιόδου 2015-2020 βρισκόταν σταθερά κάτω από τις 100 μονάδες, ενώ το 2020 είχε διαμορφωθεί στις 98,1 μονάδες και το 2019 στις 95,1 μονάδες.
Τον Δεκέμβριο του 2021 καταγράφηκε μια μικρή αποκλιμάκωση, της τάξης των 1,2 μονάδων σε σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2021, όμως ο δείκτης παρέμεινε σε επίπεδα υψηλότερα κατά 23,1% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2020. Αν και υπήρξε μικρή διόρθωση των τιμών στα δημητριακά, καθώς ξεκίνησε η συγκομιδή στο νότιο ημισφαίριο, υπάρχουν σημαντικές ανησυχίες για την παραγωγή καλαμποκιού, λόγω της ισχυρής ζήτησης, αλλά και των φόβων για ξηρασία στη Βραζιλία. Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση των τιμών στο σιτάρι, αυτές το 2021 έκλεισαν σε επίπεδα 31% υψηλότερα σε σύγκριση με το 2020.
Σε επίπεδα υψηλότερα κατά 30% έκλεισαν και οι τιμές της ζάχαρης, με τη μικρή αποκλιμάκωση που καταγράφηκε στα τέλη του έτους να αποδίδεται στις εκτιμήσεις ότι η διασπορά της μετάλλαξης «Ομικρον» θα προκαλέσει μείωση της κατανάλωσης. Την ίδια ώρα οι τιμές των γαλακτοκομικών εξακολουθούν να αυξάνονται, με τον σχετικό δείκτη του FAO να διαμορφώνεται σε επίπεδα υψηλότερα κατά 17,4% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2020. Η αύξηση των τιμών στην εν λόγω κατηγορία προϊόντων αποδίδεται κυρίως στη χαμηλότερη από την προσδοκώμενη παραγωγή στη Δυτική Ευρώπη και την Ωκεανία.
«Αν και φυσιολογικά οι υψηλές τιμές των προϊόντων αναμένεται ότι θα προκαλέσουν αύξηση της παραγωγής, το υψηλό κόστος εισροών, η συνεχιζόμενη πανδημία και οι αβέβαιες κλιματικές συνθήκες αφήνουν πολύ μικρά περιθώρια αισιοδοξίας για επιστροφή σε πιο σταθερές συνθήκες αγοράς το 2022», εκτίμησε ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, Αμπντολρεζά Αμπασιάν. Κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά είναι, τέλος, τα στοιχεία που αφορούν τα ναύλα για τα εμπορευματοκιβώτια. Ο παγκόσμιος δείκτης μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων του εξειδικευμένου οίκου Drewry’s διαμορφώθηκε την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2022 σε 9.408,81 δολάρια (για το κοντέινερ 40 ποδών), τιμή υψηλότερη κατά 1,1% σε σύγκριση με μία εβδομάδα πριν και 80% υψηλότερη σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν. Ο οίκος μάλιστα αναμένει περαιτέρω αύξηση των ναύλων τις επόμενες εβδομάδες λόγω των πρόσθετων δυσλειτουργιών που αναμένεται να προκαλέσει η κινεζική πρωτοχρονιά (1η Φεβρουαρίου 2022).
Eμποροι και καταναλωτές στις συμπληγάδες πανδημίας και ακρίβειας
Πέρυσι τέτοια εποχή, η κυρίαρχη συζήτηση για το λιανεμπόριο ήταν εάν τα φυσικά καταστήματα θα ανοίξουν και θα λειτουργήσουν με τα περίφημα μοντέλα του click away και του click in shop. Τα καταστήματα άνοιξαν στις 18 Ιανουαρίου και λειτούργησαν με αυτά τα μοντέλα, για να κλείσουν, ωστόσο, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά.
Φέτος ένα τέτοιο ενδεχόμενο, παρά τη μεγάλη διασπορά του κορωνοϊού, δεν είναι ορατό, καθώς ήδη από τον Νοέμβριο στο λιανεμπόριο εφαρμόζονται αυστηρότερα μέτρα, όπως η υποχρέωση επίδειξης πιστοποιητικού εμβολιασμού ή νόσησης ή αρνητικού τεστ για την είσοδο σε ένα εμπορικό κατάστημα. Αυτό πάντως που δεν μπορεί να αποκλειστεί είναι το ενδεχόμενο περαιτέρω αυστηροποίησης των μέτρων, όπως για παράδειγμα το να επανέλθουν οι πολύ αυστηροί περιορισμοί όσον αφορά τον αριθμό των ατόμων που επιτρέπεται να βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα σε ένα κατάστημα. Ο περίφημος κανόνας, για παράδειγμα, του ενός ατόμου ανά 25 τ.μ. είχε οδηγήσει αρκετές αλυσίδες που διαθέτουν μεγάλα καταστήματα να τα κρατήσουν κλειστά, κρίνοντας ότι η λειτουργία τους με αυτούς τους όρους θα ήταν ασύμφορη.
Το πρόβλημα στην παρούσα συγκυρία εντοπίζεται αλλού και μάλιστα προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία δεδομένου ότι αύριο ξεκινούν οι τακτικές χειμερινές εκπτώσεις, οι οποίες θα διαρκέσουν έως τις 28 Φεβρουαρίου: πρώτον, οι ανατιμήσεις προκαλούν υποχώρηση της ζήτησης, καθώς οι καταναλωτές, υπό τον φόβο περαιτέρω μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματός τους, φροντίζουν κατά κύριο λόγο να ξοδεύουν χρήματα για τα απολύτως απαραίτητα. Δεύτερον, η πολύ μεγάλη διασπορά της μετάλλαξης «Ομικρον» αποτρέπει τους καταναλωτές από το να βρίσκονται σε μέρη όπου υπάρχει συνωστισμός. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται, άλλωστε, σε καραντίνα ακριβώς επειδή έχει διαγνωσθεί με κορωνοϊό, ενώ η επέκταση της τηλεργασίας αναμένεται να προκαλέσει επίσης μείωση της αγοραστικής κίνησης. Οι μόνες εμπορικές συγκεντρώσεις που φάνηκε ήδη από την περίοδο των εορτών ότι έλκουν το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών είναι τα ανοιχτά εμπορικά κέντρα και εμπορικά πάρκα, ακριβώς διότι από τους καταναλωτές θεωρούνται λιγότερο «επικίνδυνα» σε καιρό πανδημίας.
Για υποχώρηση της ζήτησης έκανε λόγο το απόγευμα της Παρασκευής και ο όμιλος Jumbo, επισημαίνοντας ότι από τις 15 Δεκεμβρίου και μετά, με τις τελευταίες επιδημιολογικές εξελίξεις, η αγορά καταγράφει νέα σημαντική εξασθένηση, δείγμα της αβεβαιότητας και της αστάθειας που επικρατεί. Στην ίδια ανακοίνωση η Jumbo τονίζει επίσης ότι παραμένουν τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και συνεχίζονται οι πληθωριστικές πιέσεις, προσθέτοντας ότι οι παράγοντες αυτοί, αν και αρχικά είχαν εκτιμηθεί ως προσωρινοί, δεν αναμένεται να βελτιωθούν κατά το 2022 και ενεργούν επιβραδυντικά στις προοπτικές ανάπτυξης του ομίλου.
Εντονότερη ήταν η υποχώρηση της κίνησης στην αγορά την εβδομάδα πριν από την Πρωτοχρονιά, καθώς η επίσπευση της εφαρμογής των αυστηρότερων μέτρων στους τομείς της διασκέδασης και της εστίασης είχε αρνητικές επιπτώσεις και στο λιανεμπόριο.
Οσον αφορά την ανησυχία των νοικοκυριών για την επίδραση των ανατιμήσεων στο εισόδημά τους, αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας καταναλωτικών τάσεων του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδας (ΣΕΛΠΕ), η οποία πραγματοποιήθηκε με την επιστημονική υποστήριξη του εργαστηρίου ELTRUN του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σύμφωνα με την έρευνα, σε περίπτωση που, υποθετικά, οι τιμές των προϊόντων αυξηθούν από αύριο κατά 10% λόγω πληθωρισμού, οι καταναλωτές δηλώνουν ότι θα μειώσουν τη δαπάνη πάνω από 20% το επόμενο εξάμηνο σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες αγορών: το 45% θα το πράξει για τα είδη ρουχισμού, το 53% για τα είδη δώρων, το 50% για τα έπιπλα και είδη σπιτιού, το 51% για ηλεκτρονικά είδη και συσκευές. Επιπλέον, το 72% των νοικοκυριών θεωρεί ότι είναι μάλλον κακή περίοδος για να κάνει μεγάλες αγορές (π.χ. έπιπλα, μεγάλες ηλεκτρικές συσκευές).
Η μεγαλύτερη ανησυχία των νοικοκυριών προέρχεται από τις αυξήσεις που έχουν δει έως τώρα οι καταναλωτές στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος και μένει να φανεί εάν αυτή η ανησυχία θα αμβλυνθεί μετά την ανακοίνωση των μέτρων για την επιδότηση των 42 ευρώ κατά μέσον όρο. Βάσει της έρευνας των ΣΕΛΠΕ – ELTRUN, το 50% των καταναλωτών εκτιμά ότι το πρώτο εξάμηνο του 2022 οι δαπάνες για λογαριασμούς κοινής ωφελείας θα είναι αυξημένες. Αντίθετα, το 46% προβλέπει ότι οι δαπάνες για αγορές προϊόντων το πρώτο εξάμηνο 2022 θα είναι μειωμένες, ενώ μόλις το 15% ότι θα είναι αυξημένες. Το ίδιο ισχύει για τις υπηρεσίες (εισιτήρια, εστίαση), για τα οποία επίσης εκτιμάται από το 34% του κοινού μείωση και μόλις από το 14% αύξηση.
Ανησυχία
Μπορεί το 2021 να έκλεισε με σαφώς μεγαλύτερες πωλήσεις για το λιανεμπόριο –μένει να δούμε τα οριστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για να επιβεβαιωθεί αυτό–, δεν μπόρεσε ωστόσο να αντισταθμίσει τις απώλειες που υπέστη το 2020 αλλά και τους πρώτους μήνες του 2021. Το γεγονός, δε, ότι από τα μέσα Νοεμβρίου η αγοραστική κίνηση άρχισε να εξασθενεί –κάτι που φάνηκε και κατά τη διάρκεια της Black Friday– δεν προκαλεί μεγάλη αισιοδοξία για την πορεία του κλάδου τους δύσκολους, καθώς φαίνεται, επόμενους μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το εννεάμηνο του 2021 ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων λιανεμπορίου που είχαν τεθεί σε αναστολή λειτουργίας (δεν περιλαμβάνονται δηλαδή καταστήματα τροφίμων, φαρμακεία και πρατήρια καυσίμων) διαμορφώθηκε σε 8,07 δισ. ευρώ έναντι 6,9 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2020. Το εννεάμηνο του 2019 ο τζίρος των εμπορικών επιχειρήσεων είχε διαμορφωθεί σε 8,43 δισ. ευρώ.
Πηγή kathimerini.gr
Η απόφαση, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, έχει ληφθεί. Εντός του 2022, το οποίο δεν θα είναι χρονιά εκλογών, η κυβέρνηση θα ανακοινώσει την αύξηση των μισθών.
Αν δεν υπάρξει κάποια εντελώς απρόβλεπτη και ανατρεπτική εξέλιξη, θεωρείται δεδομένο ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα φέρει πιο νωρίς την αύξηση των μισθών. Την εξέλιξη αυτή την έχει υπαινιχθεί ο Κ. Μητσοτάκης και την έχει επεξεργαστεί το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Ομως πλησιάζοντας προς το τέλος της χρονιάς γίνεται πιο ξεκάθαρη η εικόνα της οικονομίας, αλλά και της ανάπτυξης, η οποία αναμένεται να είναι σαφώς μεγαλύτερη του 5,9%.
Δημοσιονομικός χώρος
Δημιουργείται έτσι ο δημοσιονομικός χώρος ώστε η κυβέρνηση να επιστρέψει στους πολίτες ακόμα μεγαλύτερο μέρισμα από την ανάπτυξη της οικονομίας και τον νέο πλούτο που δημιουργεί.
Παρότι οι ισχυρές ενδείξεις υπήρχαν από τότε που ο Κ. Μητσοτάκης πήγε στη ΔΕΘ, απέφυγε να πει οτιδήποτε, προκειμένου να μη θεωρηθεί ότι κάνει παροχολογία και μπαίνει σε ανταγωνισμό με τα… λεφτόδεντρα του Αλ. Τσίπρα. Αντιθέτως τα δεδομένα των τελευταίων ημερών (εξαιρετική πορεία του τουρισμού, αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από διεθνείς οίκους, στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ) φαίνεται πως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, ώστε να ριφθεί ο κύβος της αύξησης των μισθών. Και μάλιστα αρκετούς μήνες πριν από τον αρχικό σχεδιασμό. Οι πληροφορίες τοποθετούσαν την αύξηση των μισθών προς το τέλος του 2022. Οι αναθεωρημένες σκέψεις του Μ. Μαξίμου και του υπουργείου Οικονομικών φέρνουν αυτή την εξέλιξη μερικούς μήνες νωρίτερα. Ο ακριβής χρόνος δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα, καθώς ο Κ. Μητσοτάκης έχει καταστήσει σαφές σε όλους τους συνεργάτες του ότι θέλει «στέρεα και καλά σχεδιασμένα βήματα», το οποία δεν θα οδηγήσουν σε αναδιπλώσεις.
Η επικείμενη αύξηση των μισθών μαζί με τη μείωση των εισφορών, της φορολογικής μείωσης και της μείωσης του ΕΝΦΙΑ εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει ένα σημαντικό «άθροισμα» το οποίο θα γίνει έντονα αισθητό στην τσέπη του πολίτη. Παράλληλα αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω το πακέτο για τη στήριξη των νέων, που έχει εξαγγελθεί. Ενώ στόχος της κυβέρνησης προκειμένου να ενισχυθεί και εσωτερικά η ανάπτυξη, είναι να δοθεί η δυνατότητα στις «μικρές επιχειρήσεις να γίνουν μεσαίες και οι μεσαίες να γίνουν μεγαλύτερες».
Πηγές του Μ. Μαξίμου τονίζουν ότι βασικό μέλημα σε αυτή την αναπτυξιακή πορεία η οποία «γεννά» κοινωνικό μέρισμα, είναι η κατά προτεραιότητα στήριξη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και εργαζομένων. Οπως έλεγε χαρακτηριστικά συνεργάτης του πρωθυπουργού, «η Ν.Δ. είναι και παραμένει ένα λαϊκό κόμμα» αποκρούοντας την κριτική του ΣΥΡΙΖΑ ότι κάνει πολιτική «για τους λίγους», αλλά προσδίδοντας και πολιτικά χαρακτηριστικά στον συνολικό κυβερνητικό σχεδιασμό. Στις 4 Οκτωβρίου, που είναι και τα γενέθλια της Ν.Δ., οι πληροφορίες λένε ότι θα τονιστεί ιδιαίτερα ο λαϊκός χαρακτήρας του κόμματος. Ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του γνωρίζουν και «δεν ξεχνούν» -όπως λένε- ότι η ραχοκοκαλιά της Ν.Δ. είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικρομεσαίοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι ταξιτζήδες και οι περιπτερούχοι κ.λπ.
Ποιοτικές διαφορές
Αυτή η «κρίσιμη υπενθύμιση» εναρμονίζεται και με το γεγονός ότι η Ν.Δ. είναι μια κυβέρνηση των πολλών καθώς έχει ψηφιστεί από το 40% του ελληνικού λαού, αλλά και αποδομεί την αμήχανη και στερεοτυπική κριτική του Αλ. Τσίπρα για «κυβέρνηση των ελίτ». Και αποτελεί ίσως και την πιο πολιτική απάντηση -μαζί με τη διαρκή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών- απέναντι στην αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία καταφανώς πια αδυνατεί να παράγει πολιτική ή έστω να σκιαγραφήσει μια «εναλλακτική διακυβέρνηση». Παράλληλα, η συνέπεια του Κ. Μητσοτάκη στη δέσμευσή του προς τη μεσαία τάξη ότι θα της «επιστρέψει ό,τι της πήρε ο Τσίπρας» δυσχεραίνει τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος απευθύνεται πλέον σε ένα διαρκώς μειούμενο ακροατήριο και του μιλά με σκόπιμη ασάφεια και αοριστία.
ΤΟ «ΤΑΜΕΙΟ» ΤΗΣ ΔΕΘ
Κάνοντας ταμείο μετά τις εμφανίσεις και του Κ. Μητσοτάκη και του Αλ. Τσίπρα στη ΔΕΘ το Μ. Μαξίμου καταλήγει στις εξής βασικές διαπιστώσεις:
1 Το πολιτικό τοπίο δεν έχει αλλάξει και η πολιτική κυριαρχία του Κ. Μητσοτάκη παραμένει ισχυρή παρά τη φθορά της κυβέρνησης λόγω των πυρκαγιών και του «φιάσκου Αποστολάκη». Οπως δείχνουν και οι τελευταίες μετρήσεις η διαφορά Ν.Δ.-ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στις 10-11 μονάδες κι ένα σημαντικό μέρος της καλοκαιρινής φθοράς έχει αποκατασταθεί μετά την εμφάνιση του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ και τον ανασχηματισμό, ο οποίος σηματοδότησε και την απόδοση ευθυνών.
2 Ο Τσίπρας διέρρηξε κι άλλο τις σχέσεις του με τη μεσαία τάξη χαρακτηρίζοντας «εθνική ανάγκη» την εξόντωσή της επί των ημερών του. Ενώ το πρωτοφανές αλαλούμ που έγινε στον ΣΥΡΙΖΑ μετά τη ΔΕΘ και με αφορμή το άρθρο του Στ. Κούλογλου, επιβεβαιώνει το βαθύ χάσμα που υπάρχει πλέον στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αποτέλεσμα αυτής της Βαβέλ είναι να καθίσταται όλο και πιο εμφανές ότι ο Αλ. Τσίπρας έχει θέσει σε προτεραιότητα την προσωπική του ατζέντα με στόχο την παραμονή του στην ηγεσία του κόμματος, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την τύχη και την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ.
Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής
Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% από την 1/1/2022 σε συνδυασμό με τη διατήρηση του μειωμένου συντελεστή υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών θα φέρει αυξήσεις που φτάνουν στα 160 ευρώ ετησίως ή πάνω από 10-12 ευρώ σε μηνιαία βάση στους περίπου 500.000-600.000 εργαζόμενους που αμείβονται με τον κατώτατο.
Η διατήρηση των μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών και της "παγωμένης" εισφοράς αλληλεγγύης για το 2022, δεν θα φέρει πρόσθετη αύξηση στις αποδοχές, καθώς ο επανυπολογισμός των κρατήσεων έχει ήδη γίνει από πέρυσι.
Σε πρώτη φάση, οι εργαζόμενοι με αποδοχές που ξεπερνούν τον κατώτατο μισθό θα διατηρήσουν τα περυσινά "κεκτημένα". Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείονται νέες αυξήσεις μισθών μέσα στο 2022 οι οποίες μπορούν να προέλθουν από τις ακόλουθες "πηγές":
1. Από την περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Θεωρείται εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο οι εισφορές για την επικουρική ασφάλιση να μειωθούν κατά 0,25% για τον εργαζόμενο και κατά 0,25% για τον εργοδότη για όλο το δεύτερο εξάμηνο του 2022. Άρα, μια πιθανή πηγή αύξησης είναι η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
2. Από την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού. Ο υπουργός Εργασίας άφησε ανοικτό χθες το ενδεχόμενο η ταχύτερη του αναμενομένου αύξηση του ΑΕΠ να επηρεάσει και το ύψος του κατώτατου μισθού καθώς το +2% στα μεικτά που δόθηκε φέτος, υπολογίστηκε με βάση την εκτίμηση για ρυθμό ανάπτυξης 3,6% το 2021 όταν η χρονιά μπορεί να κλείσει με ρυθμό ανάπτυξης 7% και πάνω. Η νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού θα είναι ένα από τα θέματα που θα συζητηθούν μέσα στο 2022.
3. Από την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και στον δημόσιο τομέα. Αυτό είναι ένα μέτρο μόνιμου χαρακτήρα, αποτελεί προτεραιότητα για την κυβέρνηση αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα εφαρμοστεί για τους μισθούς που θα καταβληθούν από την 1/1/2023 και μετά.
4. Από τις αυξήσεις στις μεικτές αποδοχές που θα δώσουν οι ίδιοι οι εργοδότες. Ύστερα από μια 10ετία χωρίς αυξήσεις στους μισθούς (αντίθετα με σημαντικές μειώσεις) δημιουργούνται οι προϋποθέσεις (λόγω ανάπτυξης, πληθωρισμού αλλά και δυσκολίας των εργοδοτών να βρουν εξειδικευμένο προσωπικό) να αρχίσουν να ανεβαίνουν οι μισθοί. Είναι μια διαδικασία που κινείται από τις ισορροπίες που διαμορφώνονται στην αγορά εργασίας και όχι αυτόματα με διοικητικές ή πολιτικές αποφάσεις. Ωστόσο, είναι πολλοί οι οικονομολόγοι που εκτιμούν ότι αυτή η φάση τώρα ξεκινά για την Ελλάδα.
Με βάση λοιπόν αυτά τα δεδομένα η πρώτη και "χειροπιαστή" αύξηση που θα γίνει σε μεικτούς μισθούς είναι στον κατώτατο. Τι θα συμβεί στην πράξη;
1. Για μια τριετία προϋπηρεσία ο άγαμος θα πάρει 663 ευρώ μεικτά από 650 ευρώ σήμερα και 569,4 ευρώ καθαρά από 558 ευρώ σήμερα. Δηλαδή, οι καθαρές αποδοχές θα αυξηθούν κατά 11,16 ευρώ.
2. Για τρεις τριετίες προϋπηρεσία ο έγγαμος θα πάρει 928,2 ευρώ μεικτά ή 770,12 ευρώ καθαρά με την αύξηση να διαμορφώνεται στα 12,19 ευρώ στα καθαρά.
Για κάθε μια επιπλέον μονάδα αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού (δηλαδή αν γίνει αύξηση 3% αντί για 2%) καθένας από τους εργαζόμενους που αμείβεται με τον κατώτατο, θα λαμβάνει επιπλέον 6 ευρώ στα καθαρά του σε μηνιαία βάση.